δερματουργικός

δερμᾰτουργικός, ή, όν,
A of or for tanning, Pl.Plt.280c.

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • δερματουργικός — ή, ό (Α δερματουργικός, ή, όν) όποιος αναφέρεται ή ανήκει στον δερματουργό* νεοελλ. όποιος ανήκει ή αναφέρεται στη δερματουργία …   Dictionary of Greek

  • δερματουργική — δερματουργικός of fem nom/voc sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • δερματουργικήν — δερματουργικός of fem acc sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.